Επιδημιολογία

Η ηπατίτιδα C είναι ένα μία από τις συχνότερες αιτίες ηπατικής νόσου παγκοσμίως. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι το 2% του πληθυσμού πάσχει από χρόνια ηπατίτιδα C. Το ποσοστό εμφανίζεται αυξημένο στους οικονομικούς μετανάστες.

 

Μετάδοση

Μεταδίδεται με την επαφή του ατόμου με μολυσμένο αίμα ή παράγωγά του. Οι συχνότεροι τρόποι μετάδοσης είναι:

1. χρήση κοινών βελονών και συρίγγων κυρίως από τους χρήστες ενδοφλεβίων ουσιών. Περισσότεροι από 80% των ενεργών ή πρώην χρηστών ενδοφλεβίων ουσιών έχουν προσβληθεί απο ηπατίτιδα C.
2. μολυσμένα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τατουάζ, τρυπήματα διαφόρων σημείων του σώματος, περιποίηση νυχιών.
3. μολυσμένα ιατρικά και οδοντιατρικά εργαλεία.
4. τρύπημα με μολυσμένη βελόνα ή εργαλείο. Η πιθανότητα μετάδοσης είναι μικρή, περίπου 2-10%.
5. κοινή χρήση αντικειμένων ατομικής περιποίησης (οδοντόβουρτσες, νυχοκόπτες, χτένες κλπ) που πιθανόν να έχουν αίμα.
6. σεξουαλική μετάδοση. Η πιθανότητα μετάδοσης σε ετεροφυλικά μονογαμικά ζευγάρια είναι περίπου 1% το χρόνο. Μόνο 2-4% των σταθερών ερωτικών συντρόφων έχουν ηπατίτιδα C. Όμως το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά σε άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους ή ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Επίσης οι σεξουαλικές πράξεις που μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία και η ερωτική πράξη κατά την εμμηνορρυσία αυξάνουν την πιθανότητα μετάδοσης. Συνιστάται η χρήση προφυλακτικού στις ανωτέρω περιπτώσεις.
7. μετάδοση από μητέρα σε παιδί (κάθετη μετάδοση). Παρατηρείται σε συχνότητα 2-7%. Αυξάνεται όμως (20%) όταν συνυπάρχει ιός AIDS.
8. Αιμοκάθαρση. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται διαρκώς ελαττούμενη συχνότητα μετάδοσης.
9. μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του (πριν το 1991). Τα άτομα που μεταγγίσθηκαν πριν το 1992 θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανή μόλυνση από τον ιό.
10.άγνωστος τρόπος. Ποσοστό 30-40% των ασθενών με ηπατίτιδα C δεν έχουν εμφανή έκθεση σε παράγοντα κινδύνου.

Δεν μεταδίδεται με:
1. κοινή χρήση σκευών διατροφής.
2. φτάρνισμα, βήχα.
3. κοινωνικές δραστηριότητες.
4. εργασιακές, οικιακές και φυσικές δραστηριότητες (όπου αποφεύγεται η επαφή με αίμα).

Εξέλιξη

Το χρονικό διάστημα από την στιγμή της μόλυνσης μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων είναι 30-90ημέρες. Η νόσος μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια. Ποσοστό 65-85% των ασθενών που προσβάλλονται δεν κατορθώνουν να αποβάλλουν τον ιό και αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα C. Από αυτούς 15-20% αναπτύσσει κίρρωση σε 20 χρόνια. Κινδυνεύουν περισσότερο οι μεσήλικες και ασθενείς που μολύνθηκαν από μετάγγιση. Κινδυνεύουν λιγότερο τα παιδιά και οι νέες γυναίκες. Όταν συνυπάρχουν ηπατίτιδα Β ή AIDS επιταχύνεται η εξέλιξη της χρόνιας ηπατίτιδας C σε κίρρωση. Η κίρρωση αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του ήπατος.

Συμπτώματα

Η ηπατίτιδα C σπάνια προκαλεί συμπτώματα και γιαυτό λέγεται και «σιωπηλή νόσος». Όταν αυτά υπάρχουν είναι ανορεξία, καταβολή, κατάθλιψη, κοιλιακό άλγος, τάση για έμετο ή έμετοι, αρθραλγίες και ίκτερος. Τα συμπτώματα της μόλυνσης εμφανίζονται 6-8 εβδομάδες αργότερα.Το διάστημα αυτό (στάδιο επώασης) ειναι διαφορετικό απο άτομο σε άτομο και γιαυτό η ανακάλυψή της γίνεται πολλές φορές τυχαία σε συστηματικές εξετάσεις ή σε αιμοδοσία.

Διάγνωση

Η ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων εναντίον του ιού (anti-HCV) είναι η αρχική μέθοδος διάγνωσης της ηπατίτιδας C. Όταν αυτά δεν ανιχνεύονται αποκλείεται η λοίμωξη από ηπατίτιδα C. Τα αντισώματα (antiHCV) δεν ανιχνεύονται στην περίοδο επώασης, δηλαδή την αρχική περίοδο 30-90 ημερών μετά την μόλυνση, διότι δεν έχουν προλάβει να αναπτυχθούν. Επίσης, δεν ανιχνεύονται σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή και σε αιμοκαθαιρόμενους διότι αυτοί συχνά δεν αναπτύσσουν αντισώματα. Η ανεύρεση θετικών αντισωμάτων antiHCV δεν σημαίνει πάντα λοίμωξη από ηπατίτιδα C. Η επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με την ειδική μέθοδο ανίχνευσης του ιού στο αίμα, την HCVRNA PCR. Η εξέταση αυτή προσδιορίζει τα επίπεδα του ιού στο αίμα. Η αρχική αρνητική PCR δεν αποκλείει την λοίμωξη και χρειάζεται επανάληψη μετά από έξι μήνες για τον αποκλεισμό της. Ψευδώς θετικά αντισώματα βρίσκονται σε αιμοδότες, σε άτομα χαμηλού κινδύνου μόλυνσης από τον ιό. Αληθή θετικά αντισώματα με αρνητική PCR βρίσκονται σε άτομα που νόσησαν από ηπατίτιδα C αλλά την απέβαλλαν και δεν μετέπεσαν σε χρόνια ηπατίτιδα C. Μετά την επιβεβαίωση της διάγνωσης οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε: 1. αιματολογικό (γενική αίματος), 2. έλεγχο ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες, χολερυθρίνη, λευκώματα-λευκωματίνη, πηκτικό μηχανισμό), έλεγχο νεφρικής λειτουργίας και έλεγχο θυρεοειδούς 3. έλεγχο για ηπατίτιδα Α και Β και αν είναι αρνητικοί θα πρέπει να εμβολιάζονται 4. έλεγχο για τον ιό HIV 5. προσδιορισμό του γονοτύπου του ιού από τον οποίο εξαρτώνται η διάρκεια και οι δόσεις των φαρμάκων της θεραπείας. Υπάρχουν τέσσερις γονότυποι του ιού, 1,2, 3 και 4. 6. υπερηχοτομογραφία άνω κοιλίας (ήπατος, σπληνός, νεφρών, παγκρέατος,χοληφόρων) 7. βιοψία ήπατος: είναι η μόνη εξέταση που μπορεί να εκτιμήσει την ηπατική βλάβη. Μέχρι πρότεινος η βιοψία ήπατος εθεωρείτο απαραίτητη για τους ασθενείς με γονότυπο1, 4. Τελευταία αυτή η άποψη τείνει να αναθεωρηθεί και οι ασθενείς αυτοί μπορούν να αρχίσουν θεραπεία χωρίς βιοψία.

Θεραπεία

Στην οξεία ηπατίτιδα C συνιστάται η όσο το δυνατόν πρωιμότερη χορήγηση θεραπείας για την αποφυγή μετάπτωσης σε χρόνια ηπατίτιδα. Στην χρόνια ηπατίτιδα C η θεραπεία συνιστάται σε όλους τους ασθενείς. Εξαιρούνται οι ασθενείς στους οποίους υπάρχει αντένδειξη χορήγησης των φαρμάκων λόγω άλλων συνυπαρχόντων νοσημάτων που δεν την επιτρέπουν. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια με την χορήγηση του συνδυασμού εβδομαδιαίας ενέσιμης πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης και καθημερινής από του στόματος λήψης ριμπαβιρίνης. Η εκκρίζωση του ιού εξαρτάται από τον γονότυπο. Έτσι στους γονότυπους 2,3 το ποσοστό επιτυχίας φθάνει το 80% ενώ στους γονοτύπους 1, 4 τα ποσοστά είναι χαμηλότερα, περίπου 40-50%.

Τελευταία, τα νεότερα φαρμακευτικά σκευάσματα, όπως οι αναστολείς πρωτεασών (τελάπρεβιρ και μποσέπρεβιρ) που προστίθενται στο κλασσικό σχήμα ιντερφερόνης-ριμπαβιρίνης δίνουν ελπίδες για βελτίωση της αποτελεσματικότητας στους γονοτύπους 1, 4.

Η διάρκεια της θεραπείας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εξαρτάται από τον γονότυπο του κάθε ασθενούς. Στους γονοτύπους 1, 4 φθάνει τους 12 μήνες ενώ στους γονοτύπους 2,3 διαρκεί 6 μήνες. Στους χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών συνιστάται έναρξη θεραπείας μετά από απεξάρτηση αν και μερικές φορές χορηγείται σε ασθενείς που βρίσκονται σε προγράμματα απεξάρτησης με μεθαδόνη. Τέλος, η καλή συνεργασία γιατρού και ασθενούς, με στόχο το καλύτερη συμμόρφωση στην θεραπεία είναι απαραίτητη για την επιτυχία της θεραπείας.

Πρόληψη

Δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, εμβόλιο για την ηπατίτιδα C. Προληπτικά μέτρα που θα πρέπει να λαμβάνονται από τους ασθενείς με ηπατίτιδα C για να μην μεταδίδουν την νόσο είναι:

1. ατομική χρήση ειδών προσωπικής περιποίησης (ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, νυχοκόπτες, χτένες, αποτριχωτικές συσκευές)

2. χρήση προφυλακτικού από άτομα με ηπατίτιδα C με μονογαμικές σχέσεις ή πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ή άτομα με ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

3. απολύμανση με χλωρίνη σκευών και αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με μολυσμένο αίμα.

4. σε περίπτωση τρυπήματος με βελόνη συνιστάται άμεσος προσδιορισμός αντισωμάτων antiHCV και στην συνέχεια έλεγχος τρανσαμινασών , αντισωμάτων και HCVRNA 2-8 βδομάδες αργότερα. Αν επιβεβαιωθεί η διάγνωση συνιστάται άμεση χορήγηση θεραπείας.

5. η καισαρική τομή, υποστηρίζεται αν και δεν έχει αποδειχθεί πλήρως, ότι προστατεύει το νεογνό από την μόλυνση με ηπατίτιδα C από πάσχουσα μητέρα. Συνιστάται έλεγχος των νεογνών με HCVRNA μεταξύ 2ου και 6ου μήνα ή έλεγχος αντισωμάτων μετά τον 15ο μήνα.

6. ο θηλασμός δεν μεταδίδει τον ιό.

 

Οι ασθενείς με ηπατίτιδα C θα πρέπει να εμβολιάζονται για την ηπατίτιδα Β  και Α.